πορδόμυλο, πορδότζενο (επήρε)

0

φεύγει και τρέχει υπερβολικά. Συνήθεις φράσεις: Ησπασε το ρίφι (το σχοινί) και πήρε πορδόμυλο και αγλάκα αθό ντο ργυάκι. Ή: Εξετζένιωσε ο γαιδαρος και πήρε πορδότζενο (πηδώντας γκαρίζοντας) και εσπαλάθωσε αθό τη παπούρα κα ήσερνε και το σκοινί με το τζένιο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here