ποστραβώνω -μαι

0

στραβώνομαι να δώ το σωστό, ξεγελώ κάποιον ή ξεγελιέμαι, εξαπατώ ή εξαπατιέμαι, ξεχνάω, δεν μου πέρασε από το μυαλό. Συνήθεις φράσεις: Εποστραβώθηκα και δεν επήρα και τα λεφτά να πληρώσω ντελόγω και το λογαριασμό. Ή: Εποστράβωσά τονε και αντί λάδι, του ‘δωκα τριγές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here