πουσουνιά (η)

0

η αγορά σε ψώνια ή οτιδήποτε. Μτφ το ταίρι που βρήκε κάποιος και έβαλε στο σπίτι του. Συνήθεις φράσεις: Καλή πουσουνιά ήκαμες συντεκνε με τονα το χωράφι που ‘γόρασες. Ή: Ε καημένε γιόκα μου, μα ήκαμες και συ μια πουσουνιά με τηνα που ανεμάζωξες…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here