σαλεύω, σαλεύγω

0

πηγαίνω με τα πόδια, περπατάω, φεύγω, κινούμαι, προχωράω. Συνήθεις φράσεις: Αμε σύ με τ’ αμάξι και εγώ θα σαλεύγω (θα περπατήσω). Ή: Αντε σάλευγε, που θα μας πεις και ήντα θα κάνωμε. (φύγε). Ή: Είδες; οι χοχλοί εντακάρανε και σαλεύγουνε (κινιούνται). Ή: Έλα να σου πω τα νέα, το κοπέλι εσάλεψε (έκανε τα πρώτα του βήματα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here