σαλβάρι, χιαλβάρι (το)

0

είδος παντελονιού φαρδύ από τη μέση έως τα γόνατα, και στενό κάτω, κρητική ανδρική φορεσιά, είδος βράκας (Τουρκ. salvar)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here