σασιρντίζω, σαρσιντίζω, χιαχιρντίζω

0

ξαφνιάζομαι, σαστίζω, παθαίνω ή προκαλώ σύγχυση, τρομάζω και τα χάνω με αυτό που ακούω ή βλέπω. Συνήθης φράση: Είδε το κοπέλι να του ορμά ο άγριος τράγος και χιαχίρντισε απ το φόβο του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here