σασμένος -η -ο

0

φτιαγμένος, διορθωμένος, ταχτοποιημένος. Συνήθης φράση: Σασμένα τα ‘χεις τα έχνη?( Εχεις ταίσει και ποτίσει τα ζώα?)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here