σουρτούκης (ο)

0

αυτός που τριγυρνά άσκοπα στους δρόμους, ρεμπέτης, ρέμπελος. (Τουρκ. surtuk)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here