στάκα (η)

φαγητό περιωπής από γάλα, κρητικό παραδοσιακό γαλακτοπαραγωγικό προϊόν, νόστιμο έδεσμα από τσίπα γάλακτος και αλεύρι. (Αφού βράσει το γάλα και μείνει μερικές ώρες μαζεύεται μιά τσίπα απάνω. Μαζεύεται τη τσίπα αυτή, και άμα γεμίσει ένα βάζο μπαίνει σε κατσαρόλα και βράζεται σε σιγανή φωτιά, μαζί με ένα ποτήρι αλεύρι, λίγο αλάτι και ανακατεύεται. Άμα ψηθεί και μετά κρυώσει θα έρθει πάνω το βούτυρο το οποίο αφαιρείται, ότι μένει είναι η στάκα)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *