σταλίζω, σταλιώ

0

πέφτω πάνω σε κάποιο ψηλό σημείο, μπλέκομαι κάπου ψηλά, σε ταράτσα ή κλαριά δένδρων, αναπαύομαι γιατί είναι η ώρα μου, πάω για ύπνο, αλλά και ψάχνω γαμπρό. Συνήθεις φράσεις: Ηπεσε ο αετός μου σήμερο και εστάλησε πάνω στα τέλια της ΔΕΗ (μπερδεύτηκε). Ή: Βάλε τα πρόβατα στη μάντρα να σταλίσουνε πριν νυχτώσει (αναπαυθούν και να ησυχάσουν). Ή: Αμε να βάλεις τσί όρθες να σταλίσουνε στο κούμο εδα που φέγγει. (να κουρνιάσουν). Μα δε τη θωρείς; Αυτή χάσκει όπου θωρεί κουτάλι και ξανοίγει να σταλίσει πουθενά (ψάχνει γαμπρό)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here