στάξη, σταλιά (η)

0

στάλα, μικρή ποσότητα. ελάχιστη ποσότητα έως καθόλου. Συνήθεις φράσεις: Βάλε μια στάξη ξύδι στη σαλάτα. Ή: Οφέτος δε θα βγάλωμε στάξη λάδι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.