στελειώνω, αργοστελειώνω

0

(αρχ, στυλώνω) υποβαστάζω δια στύλων, στήνω, στηρίζω, χτίζω, οργανώνω, επισκευάζω, βάζω το στυλιάρι. Συνήθεις φράσεις: Ηντα στελειώνεις έτά γείτονα; Ή: Ξάνοιξε να ιδείς πως να στελειώσεις το σκαλιδάκι γιατί εξεστέλειωσε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here