στεμός (ο)

0

σταματημός (δέν είναι ο στεμός μου = δέν μπορώ να μείνω, ή στεμό δεν έχεις = δεν σταματάς)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here