στένω, σταλέρνω

0

σταματώ, κάνω να σταματήσει (στέσε = σταμάτα αλλά και στήσε, τοποθέτησε). Συνήθης φράση: Αγλάκα και στέσε το λεωφορείο να μπείς. Ή: Στέσε το τσικάλι να μαγερέψεις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here