στεργιώνω, στεριώνω

0

παραμένω, κρατάω, διαφυλάσσω. Συνήθης φράση: Με το μυαλό που έχεις, δε σου στεργιώνει μπλιό πράμα (δεν μπορείς να κρατήσεις κάτι για πολύ καιρό)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here