στιμονερή (η)

0

η εύρωστη καλοθρεμμένη (γυναίκα ή ζώο), η ψηλή γυναίκα η γεμάτη και γεροδεμένη. (Παλιά πίστευαν πως οι στιμονερές γυναίκες συγκρατούν πιο εύκολα τα παιδιά, γεννούν πιο εύκολα και έχουν λιγότερες αποβολές). Συνήθης φράση: Πάρε τηνε μπάρμπα την αίγα, είναι γερή και στιμονερή και κατεβάζει ένα κουρούπι γάλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.