στραβώνω -μαι

0

χάνω το φως μου, δεν βλέπω, ξεγελιέμαι, λυγίζω, χαλάω την εμφάνιση και το σχήμα. Συνήθεις φράσεις: Εστραβώθηκα και δεν επήρα τα λεφτά που μούδινε… Ή: εστράβωσε το σίντερο και εδά δεν μπαίνει. Ή: Εμπήκε η αίγα στο χωράφι και στράβωσε ούλα τα κεντρούλια από τσι κεντρισμένους αγρουλίδους

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here