σβουρώ, σβουρίχνω

0

κάνω μια ενέργεια με ταχύτητα σβούρας, δίνω αστραπιαία (χαστούκι), πετάω πέρα (ένα αντικείμενο). Συνήθης φράση: Ήντα ψάχνεις, ανε ψάχνεις το μπρικάκι, ετρύπησε και το σβούριξα εγώ άλλη μπάντα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.