συντρέμω, συνδρέμω, συντράμω, συνδράμω

0

βοηθώ κάποιον (αρχ. συν + δράμω= τρέχω μαζί με κάποιον)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.