ταμάκι, ταμάχι (το)

0

πλεονεξία, απληστία (Τουρκ. tamah). Συνήθης φράση: Είπαμε τση να κόψει δυο σταφύλια, μα αυτή ήκαμε ταμάκι και γέμωσε τη ποδιά τση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here