τάπα (η)

0

βούλωμα, πώμα, αλλά και τύφλα στο μεθύσι. Συνήθεις φράσεις: Μη ξεχάσεις να βάλεις τη τάπα στο βαρέλι. ‘Η: Δεν επαρέτησες, εγίνηκες πάλι τάπα σήμερο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here