ταράσσω

0

ανακατεύω, αναταράσσω, κάνω βιαστικά. κάνω γρήγορα, προχωράω γοργά. Συνήθεις φράσεις: Τάραξε μιαολιά το γάλα να μη κολλήσει στο πάτο (ανακάτεψε).΄Η: Τάραξε μιά ολιά το μ-πόδα σου, για ετσα που πάς θα νυχτώσει (βιάσου, κάνε γρήγορα). Ή: Ε το παντέρμο το χτήμα ανε ταράσσει. (προχωράει αργά) Η: Εγώ δε ταράσσω, θα κάτσω επαέ (δε μετακινιέμαι)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here