θωρώ

0

βλέπω, υποπτεύομαι, υποψιάζομαι, παρατηρώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω. Συνήθεις φράσεις: Θωρείς ποθές τη παρασύρα; (βλέπεις;). Ή: Νάτα πάλι τα πρόβατα του βοσκού, θωρώ να πάνε στο αμπέλι να το ρημάξουν, (υποπτεύομαι, υποψιάζομαι) Ή: θωρείς μπρέ ανε δουλεύει καλά η μηχανή; (παρατηρείς; μπορείς να καταλάβεις;) Ή: Θωρείς τα δα τα λόγια μου που βγήκανε ένα ένα, σα του παλιού γραμματικού, απού βαστά τη πέννα, ( διαπιστώνεις πως ότι σου είπα βγήκε αληθινό)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.