θρουλί (το)

0

ψιχάλι, πολύ μικρό κομματάκι, ελάχιστη ποσότητα, καθόλου. Συνήθεις φράσεις: Αν’ έρθεις να με βοηθήσεις στο φούρνο θα σου δώσω δυό ψωμιά, άμα δεν έρθεις δε σου δίνω θρουλί (δε σου δίνω τίποτα). Ή: Μάζωξε τα θρουλιά να τα δόσεις των ορνιθώ (τρίμματα από ψωμιά στο τραπέζι)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.