τορβάς, ντορβάς, ντουρβάς, δορβάς, δουρβάς (ο)

0

ειδικό σακούλι που κρεμιέται στο λαιμό ζών για να τρώνε από εκεί την ειδική τροφή τους, ειδικό ταγάρι για να μπαίνει η τροφής ζώων, όπως ρόβι, λαθούρι κλπ. (Τον ντορβά τον χρησιμοποιούσαν στο σπίτι, να ταΐσουν τα ζώα, αλλά και στο χωράφι)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here