τριγουνίζω

0

τρίζω, τριβελίζω τα δόντια μου, κάνω θόρυβο σαν του πριονιού, αλλά και παρενοχλώ κάποιον για να αποσπάσω κάτι. Συνήθεις φράσεις: Οψές που είχες πχεί πολύ, στον ύπνο σου ετριγούνιζες τα’ ντόδια σου. Ή: Επαέ η κόρη σου με τριγουνίζει όλη μέρα να τση πάρω λέει ένα ποδήλατο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here