τρικούκουνας (ο)

0

τρομάρα, ρίγος. Συνήθης φράση: Με έπιασε τρικούκουνας απ’ το φόβο μου μόλις είδα την αρκούδα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here