τρόχαλος (ο)

0

χάλασμα το οποίο γκρεμίστηκε και έγινε σωρός από πέτρες, άταχτο στοίβαγμα από πέτρες διαφόρων μεγεθών ή μικρούς βράχους σε διάφορες διατάξεις στο χωράφι. (Με σκοπό να καθαρίσει ένα χωράφι από πέτρες, αυτές διαλέγονται και στοιβάζονται πρόχειρα, είτε σε σωρούς κυκλικούς ή οβάλ, διαφόρων μεγεθών, είτε σε σειρές στην άκρη στο χωράφι κατά μήκος ανάλογο με το χωράφι, ενίοτε και σε πολλά μικρά σωρουλάκια διάσπαρτα. Οι τρόχαλοι είναι φυσικές φωλιές σαλιγκαριών και για αυτό δεν είναι λίγες οι φορές που ανασκαλεύονται από χοχλιδολόους)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here