τρυπάλι (το)

0

οποιαδήποτε μικρή τρυπίτσα, η πολύ μικρή τρύπα της βελόνας, μικρή οπή σε δένδρο, ή βράχο ή έδαφος κλπ, μικρή οπή στη φύση που είναι συνήθως φωλιά πουλιών, τρωκτικών, καβουριών, σαλιγκαριών κλπ. Μτφ. μπήκα στο τρυπάλι = μπήκα σε μια κατάσταση, μπήκα στο χορό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here