τσάχαλος, τσάλαχος, τσάρχαλος (ο), σάλαγο (το)

0

χαμηλός ή ανεπαίσθητος θόρυβος, θόρυβος πολύς ασθενής, ο απαλός θόρυβος από κλαριά δένδρου όταν κουνιόνται, η όταν κάποιος περπατάει κλπ. Συνήθης φράση: Ήκουσες ένα τσάλαχο; Ήντα νά ‘τανε άραγε;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here