τσιβιδίζω

0

τσούζω, καυστικός πόνος από χτύπημα με λεπτό αντικείμενο, ελαφρύ τσούξιμο στο λαιμό από το σπίρτο του ποτού λόγω της δυνατής του καυστικής γεύσης. Συνήθης φράση: Τσιβιδίζει το κρασάκι οφέτος (τσούζει, καίει, είναι δυνατό)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here