τσουρώ, τζουρώ, τσουρίζω, τσουροβολώ

0

κατακρημνίζομαι, κατακρημνίζω αντικείμενο ή ζώο, τρέχω σε ρόδες, κυλινδρούμαι. Συνήθεις φράσεις: Το αμαξάκι ετονά που σου χάρισε η νονά σου, καλό είναι, τσουρά κοντό αμοναχό του; (τρέχει;). Ή: Εζύγωνα ένα λαγό στο δάμακα και ξεγλίστρησα και τσούρισα ίσα με το πάτο (γκρεμίστηκα). Ή: Άντε να πα το τσουρίσεις ετονα τα’άμάξι από ποθές μα δε κάνει δροσά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.