τζιμπράγαλα, τσιμπράγαλα, ατσιμπράγαλα (τα)

0

κάθε είδους εργαλεία, διάφορα σκεύη και διάφορα είδη διαφόρων χρήσεων. Συνήθης φράση: Άντε δα, μαζώξετε ούλα τα τσιμπράγαλα να πα φύγωμε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here