τζιμπραγός, ατζιμπραγός -η -ο

0

ο άνθρωπος που είναι δίδυμος, τα φρούτα η κηπικά που είναι σιαμαία δηλαδή δυο φρούτα μαζί κολλητά. Συνήθης φράση: Μα για ξάνοιξε επαέ δυό πορτακάλια τζιμπραγά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here