τζιμπράκαλα, τζιμπράγαλα (τα)

0

αντικείμενα οικιακής χρίσης. Συνήθης φράση: Σ ‘ενα πετρόχτιστο παλιό τζιμπράκαλα παντίχνω, αραχνιασμένα ήτονε με σκόνες γεμισμένα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here