ξαγορεύω, ξαγορεύγω -μαι

0

εξομολογώ -ούμαι, ψαρεύω κάποιον να του πάρω λόγια. Συνήθεις φράσεις: Να πεταχτώ θέλω στην εκκλησία να πάω να ξαγορευτώ μόνο συχώρεσέ μου κι ο Θεός να σου συγχωρέσει. Ή: Επήγε ο γιος σου στη γειτόνισσα, και κείνος τον εξαγόρεψε καλά καλά να μάθει ήντα ‘ποκάμαμε με το προξενιό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.