ανεμαζωξάρης (ο), ανεμαζωξαριά (η)

0

ο ερχόμενος -η από άλλο μέρος, αυτός -η που περιμαζεύτηκε, γαμπρός ή νύφη που έχουν έρθει από άλλο τόπο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.