ανεβάρετος (ο)

0

αυτός πού δεν βαριέται ποτέ, ο ακούραστος, αεικίνητος. Συνήθης φράση: Μάνα μου μάνα μου ανεβάρετος άθρωπος οοάντρας σου, την υγειά του να ‘χει δε σταματά λεφτό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.