δέσπολα (τα)

δέτης, δάμακας (ο)

δηλαγκριστώ

δημηγορώ

διάβα (το)

διαβασμένος -η -ο

διαγουμίζω

διακονιά (η)

διαμηνύω, μηνύω

error: Content is protected !!