κομπί (το)

κομπιτσαρόνες (ο)

κονάκι (το)

κονεύω, κονεύγω

κονιού (στου)

κονταρίδα (η)

κοντύλι (το)

κοντυλιά (η)

κοντό

κοντόδεμα (το)

κοντομερί (το)

error: Content is protected !!