ξομπλιαστός -η -ο

ξόπαιδο (κάνω)

ξοργιακίζω

ξορθώνω

ξυλόπορτα (η)

ξυπασμός

ξυπούμαι

ξύστρα (η)

ξυφαίνω

error: Content is protected !!