νταγιαντώ -ίζω

ναντζονά

νυχτιπάρωρο (το)

νελέσω, ανελέσω

νιηρούμαι

νταούλα (η)

ντουνιάς (ο)

νταγκωμένο

νάμι (το)

ντοβλέτι (το)

error: Content is protected !!