χαζιρεύομαι

χαραμάδι (το)

χάμαι θωρώ και λέω το

χαύνης (ο), χαύνη (το)

χερικό (βάζω)

χορτοψωμισμένος -η -ο

χόντρος (ο)

χάλι, χάλιο (το)

χαρισάρι (το)

χάτζικας (ο)

χαρουμπίζω

χαχαλιά, χαχαλέ (η)

error: Content is protected !!