δένω, μεταδένω (κάποιον)

0

του κάνω μάγια, να μην μπορεί να κάνει κάτι συγκεκριμένο, πχ να μην μπορεί να πάει με τη γυναίκα του, κάνω σατανίστικες ενέργειες για να κάνω κακό σε κάποιον. (Παλιά ”έδεναν” κάποιον στον αγιόγυρο, κάνοντας κάποιες ενέργειες και διαβάζοντας και ευχές του σατανά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.