διανυρίζω, διαντερίζω διαντηρίζω, (δια+ντηρω)

0

έχω μειωμένη όραση (για ανθρώπους) ίσα που βλέπω, βλέπω αμυδρά, βλέπω ελάχιστα. (Για φωτεινές πηγές) – ίσα που φωτίζουν. Συνήθεις φράσεις: Δε φέγγω κακονίζικα, και ίσα που διανυρίζω να θορώ μόνο μόνο τα κοπέλια. Ή: Δώσε δύναμη τση λάμπας ,γιατί ίσα που διανυρίζει…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.