διαρμίζομαι, διαρμίζω

1

συγυρίζω, καθαρίζω το σπίτι, αδειάζω το χώρο από τα άχρηστα. Συνήθης φράση: Πάλι αδιάρμιστα άφηκες το σπίτι; Να μου διαρμιστείτε από παδά = να μου αδειάσετε τη γωνιά, να εξαφανιστείτε

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.