διγαβρές, λιγαβρές (ο)

0

λύτη, έγνοια. Συνήθης φράση: Παράτα με, που θά’χω συνέχεια το διγαβρέ σου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.