ήστεσα, έστεσα

0

εσταμάτησα, αλλά και έστησα, και τοποθέτησα. Συνήθεις φράσεις: Ήστεσά τονε στο δρόμο και τον ερώτηξα (τον σταμάτησα). Ή: Ήστεσε η κόρη μου το δικό τση σπιτικό. (έστησε). Ή: μπρέ συ γυναίκα! Ήστεσες το τσικάλι; ( ετοποθέτησες το τσικάλι στη παραστιά για να μαγειρέψεις;)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.