κομάγρα (η)

0

ατονία, αδυναμία, κούραση. Συνήθης φράση: Έχω μνιά κομάγρα, που δε μπορώ να σύρω τα πόδια μου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.