μουρντάρης (ο)

0

ανήθικος, ακόλαστος, πρόστυχος, αυτός που ορμά σε γυναίκες και τις παρενοχλεί. ( Τουρκ. murdar)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.